ἐστάλατο

ἐστάλᾰτο, [dialect] Ion. [ per.] 3pl. [tense] plpf. [voice] Pass. of στέλλω, Hes.Sc.288. [full] ἑστάμεν, [suff] Ἑσπερ-άμεναι [pron. full] [ᾰ], [dialect] Ep. [tense] pf. inf. of ἵστημι: but
II [full] ἕστᾰμεν, [ per.] 1pl. ind. [full] ἔσταν, [full] ἑστᾰότες, v. ἵστημι.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐστάλατο — ἐστάλᾱτο , σταλάω let drop plup ind mp 3rd sg (doric aeolic) στέλλω make ready plup ind pass 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στέλλω — ΝΜΑ, και στέλνω και στέρνω Ν αποστέλλω, πέμπω (α. «τού έστειλε πολλά χαιρετίσματα» β. «ἐς οἶκον σὸς λόγος στέλλει πάλιν», Αισχύλ.) νεοελλ. φρ. «στέλνω κάποιον στον διάβολο» διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο, τόν ξαποστέλνω νεοελλ. αρχ. ναυτ.… …   Dictionary of Greek

  • ἐστάλατ' — ἐστάλᾱτο , σταλάω let drop plup ind mp 3rd sg (doric aeolic) ἐστάλᾱται , σταλάω let drop perf ind mp 3rd sg (doric aeolic) ἐστάλατο , στέλλω make ready plup ind pass 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.